Ο αληθινός Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Ο δικός μας Άγιος Βασίλης

Η «Στήλη» της Senses Alert θα μιλήσει σήμερα για τον δικό μας τον πραγματικό τον αληθινό Άγιο Βασίλη που έζησε στα δικά μας μέρη(330μΧ – 379 μΧ). Πατρίδα του ήταν η Νεοκαισάρεια της Μικράς Ασίας και όχι η μακρινή Λαπωνία στο Βόρειο Πόλο – όπως τον παρουσιάζουν οι διαφημίσεις. Είναι μια μεγάλη μορφή της εκκλησίας ο Άγιος Βασίλης. Είναι ένας μεγάλος σοφός εκκλησιαστικός Πατέρας, ένας από τους τρεις Ιεράρχες. Εκτός από το θεολογικό του έργο, το συγγραφικό έργο, κορυφαίος θεολόγος και με τεράστιο φιλανθρωπικό έργο, που και σήμερα μας κάνει εντύπωση. Από αυτόν τον αληθινό Άγιο Βασίλη έχει εμπνευστεί ο ελληνικός λαός στα πιο παλιά χρόνια και έχει φτιάξει διάφορες παραδόσεις. Μία τέτοια παράδοση την πήρε ο λογοτέχνης και ζωγράφος – αγιογράφος ο Φώτης Κόντογλου (1895 – 1965) από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και έγραψε ένα ωραίο διήγημα με τον τίτλο «Ο Γιάννης ο Βλογημένος».
«Η Στήλη» θα προσπαθήσει το διήγημα αυτό λίγο περιληπτικά,να σας το μεταφέρει.
Κάποτε λέει ο Άγιος Βασίλης, λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, πήρε στο χέρι το ραβδί του και ξεκίνησε για να γυρίσει όλα τα χωριά και να δει ποιός θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά – έτσι όπως είναι η καρδιά ενός μικρού παιδιού – την ημέρα της γιορτής του δηλ. την 1η Ιανουαρίου την Πρωτοχρονιά που είναι και του Αγίου Βασιλείου.
Πήγε σε πολλά χωριά και χτυπούσε τις πόρτες των σπιτιών, αλλά κανείς δεν του άνοιγε έτσι όπως ήταν ντυμένος με το φθαρμένο ράσο που φορούσε όλο μπαλώματα. Νόμιζαν πώς ήταν διακονιάρης – ζητιάνος. Περπάτησε αρκετές μέρες σε πολλά μέρη και τόπους κάποτε έφτασε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά, στα μέρη της Ελλάδας. Όλο τον καιρό που περπατούσε νύχτα – μέρα, δεν συνάντησε ούτε έναν άνθρωπο, ερημιά παντού.
Μονάχα δυνατός αέρας παγωμένος φυσούσε σαν να βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα – μικρά δέντρα – και ανάμεσα στα βράχια. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς πια, άρχισε να σκοτεινιάζει, τότε είδε ξαφνικά απέναντι μια ραχούλα και στο κάτω μέρος της ραχούλας ήταν χωμένη μια στρούγκα δηλ. μια αυλή με πρόβατα και το καλύβι του βοσκού σε μια άκρη. Έφτασε στη στρούγκα και χτύπησε την πόρτα στο καλύβι «ελεήστε με το φτωχό» φώναξε. Τα σκυλιά άρχισαν να γαυγίζουν μα όταν τον πλησιάσανε μυρίστηκαν την αγιοσύνη του Αγίου Βασιλείου και σταμάτησαν να γαυγίζουν άγρια, γαύγιζαν με χαμηλή φωνή χαρούμενα. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα της καλύβας και βγήκε ο βοσκός.
Ήταν ένα παληκάρι περίπου είκοσι πέντε χρονών με μαύρα γένια. Γιάννης Μπαμπάκος ήταν το όνομά του. Προβατάνθρωπος αγράμματος απελέκητος αλλά αθώος σαν μικρό παιδί με καθαρή ευγενική ψυχή. Μόλις είδε τον γέροντα τον προσκάλεσε – όλο χαρά – να μπει στο φτωχικό σπιτάκι του. Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι πάνω από μια κούνια που ήταν δεμένη σε δύο παλούκια και παραδίπλα ήταν τα στρωσίδια που κοιμόταν μια κοπέλα, η γυναίκατου Γιάννη. Η κοπέλα μόλις είδε τον γέροντα να μπαίνει σηκώθηκε και μαζί με το Γιάννητου φίλησαν με σεβασμό το χέρι, σαν να ήταν πατέρας τους, ζήτησαν την ευχή του, ο γέροντας απάντησε «Βλογημένοι να είστε και το σπιτικό σας και τα πρόβατά σας και η ειρήνη του Θεού να ‘ναι πάνω σας».
Μετά ο Γιάννης έριξε ξύλα στο τζάκι και τότε το καλύβι φεγγοβόλησε σαν να ήταν παλάτι. Όλα τα φτωχά πράγματα που ήταν μέσα λάμψανε και φανήκανε σαν να ήταν από ασήμι. Τον Άγιο Βασίλη δεν είχαν καταλάβει ποιος ήταν – τον νόμιζαν για έναν περαστικό που κάπου πήγαινε και επειδή τον βρήκε η νύχτα ζήτησε προστασία κοντά τους, στο καλύβι τους. Τον βάλανε λοιπόν σε μια γωνία να κάτσει και η γυναίκα του Γιάννη έφερε και έβαλε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Ο Γιάννης βγήκε έξω για κάποιες ακόμα τελευταίες δουλειές στα πρόβατα.
Εκείνη τη νύχτα περίμεναν τον Άγιο Βασίλη όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης και άρχοντες και Δεσποτάδες και επίσημοι άνθρωποι. Μα ο Άγιος Βασίλης δεν πήγε σε κανέναν από αυτούς παρά μόνο στο φτωχό καλυβάκι του Γιάννη με την καθαρή καρδιά που ήταν πρόθυμος μεσ’ την νύχτα να φιλοξενήσει έναν περαστικό. Σαν ξαναμπήκε μέσα στο φωτισμένο καλύβι ο Γιάννης έδωσε στον γέροντα μια φυλλάδα που του είχαν κάποτε χαρίσει αλλά δεν ήξερε γράμματα για να την διαβάζει. Έγραφε πράγματα της θρησκείας μας που τα αγαπούσε ο Γιάννης γι’ αυτό όταν τύχαινε να περάσει κάποιος γραμματιζούμενος τον παρακαλούσε να του την διαβάσει. Η ώρα πέρασε και άρχισε να θαμποφέγγει, δηλ. να φέγγει λίγο, κατά το μέρος της ανατολής και επειδή δεν υπήρχε εκκλησία εκεί κοντά ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε πήρε από το ταγάρι του κάποια χαρτιά στάθηκε κατά την ανατολή έκανε το σταυρό του και άρχισε να διαβάζει τον όρθρο και όλη τη Θεία Λειτουργία. Ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του και η γυναίκα του αφού βύζαξε το μωρό τους στάθηκε και εκείνη. Ένοιωθαν μεγάλη κατάνυξη και ας μην καταλάβαιναν τα γράμματα. Μετά κάθισαν στο τραπέζι και όταν αποφάγανε έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα. Έκοψε ο Άγιος Βασίλης το κομμάτι του Χριστού, της Παναγίας και ύστερα του Γιάννη του Βλογημένου, μα τότε ο Γιάννης τον διέκοψε «δεν έκοψες το κομμάτι του Αγίου Βασιλείου» είπε. Ο Άγιος Βασίλης τότε συμπλήρωσε «του δούλου του Θεού Βασιλείου» και συνέχισε «του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του φτωχού…». Δεν έκοψες για σένα γέροντα είπε πάλι ο Γιάννης και ο Άγιος απάντησε «έκοψα Βλογημένε».
Ο απλοϊκός στη σκέψη και καθαρός στην καρδιά, μακάριος Γιάννης, δεν κατάλαβε πάλι τίποτα. Ύστερα σηκώθηκε όρθιος ο Άγιος και είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, το ξέρω πώς δεν είμαι άξιος ούτε ικανός να περάσεις κάτω από την στέγη του οίκου της ψυχής μου».
Και τότε τον ρώτησε ο Γιάννης «Πες μου γέροντα, εσύ που ξέρεις τα γράμματα σε ποια παλάτια άραγε να πήγε απόψε ο Άγιος Βασίλης; Οι άρχοντες και οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να έχουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί επειδή η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».
Ο Άγιος δάκρυσε και ξανάπε πάλι την προηγούμενη ευχή, μα την είπε αλλιώτικα: «Κύριε ο Θεός μου ξέρω ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλός είναι άξιος και ικανός για να περάσεις κάτω από τη στέγη του (του οίκου της ψυχής του), γιατί είναι καθαρός όπως το νήπιο και τα μυστήριά Σου στα νήπια φανερώνονται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος…..

Φίλοι μου ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος 2016

Ανδρέας